Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
πανάρκεια — πανάρκεια, ἡ (Α) [παναρκής] πληρότητα, εντέλεια … Dictionary of Greek
πανάρκεια — self sufficiency fem nom/voc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)